Future Stars | Ενημέρωση για τον κορονοϊό



Σκεφτείτε τον κορονοϊό σαν μια μπάλα του μπάσκετ: Ακόμα και από την πιο

«αθώα» πάσα μπορεί να χαθεί το παιχνίδι


Γράφω αυτό το κείμενο διότι παρά τις αλλεπάλληλες συστάσεις που γνωστοποιούνται με κάθε τρόπο στους
πολίτες, πολλοί είναι εκείνοι που συνεχίζουν να παραβλέπουν την κρισιμότητα της κατάστασης. Ο μόνος δε
λόγος για τον οποίο προσθέτω τον εαυτό μου στην πολύ μακρά λίστα ανθρώπων που καθημερινά τονίζουν
και ξανατονίζουν τη σημασία της ατομικής ευθύνης στον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού είναι ότι στην
προκειμένη συγκυρία δεν ισχύει το «less is more», αλλά ακριβώς το αντίθετο: όσο περισσότερες φωνές
ακούγονται, τόσα περισσότερα αφτιά ελπίζουμε ν’ ανοίξουν.
Σκοπός, λοιπόν, αυτού του κειμένου είναι ο εξής: Χρησιμοποιώντας μια απλή αναλογία, να γίνει
κατανοητό το γιατί όταν ζητείται απ’ τον πληθυσμό να αυτοπεριοριστεί, πρέπει να το κάνει χωρίς να ψάχνει
«παραθυράκια» για να ξεγλιστρήσει. Διότι αυτά τα παραθυράκια, αυτές οι «αθώες» ενέργειες –με
σημαντικότερη μεταξύ αυτών τη συνέχιση της πυκνής συνάθροισης νέων, φαινομενικά υγιών αλλά πιθανώς
ασυμπτωματικών μολυσμένων, ανθρώπων ακόμα και σε ανοιχτούς χώρους– είναι που μπορούν να κάνουν
τεράστια ζημιά.
Η κατάσταση είναι λίγο έως πολύ γνωστή: Ο νέος κορονοϊός υπάρχει στη κοινότητά μας.
Κυκλοφορεί αναμεταξύ μας, διασπειρόμενος από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η προσπάθεια, λοιπόν, που
γίνεται τώρα δεν είναι να εμποδίσουμε τον ιό να βρεθεί ανάμεσά μας – είναι ήδη εδώ. Ο στόχος είναι να
δώσουμε στον ιό πολύ λιγότερες δυνατότητες να διασπαρθεί ανεξέλεγκτα μέσα στον πληθυσμό.
Σκεφτείτε την εξής αναλογία: Ένας διαιτητής του μπάσκετ βρίσκεται στη σέντρα του γηπέδου με την
μπάλα στα χέρια του και εκατέρωθεν του είναι οι δύο παίκτες των αντίπαλων ομάδων που περιμένουν να
σφυρίξει για το τζάμπολ. Γύρω τους, μέσα στο τερέν, υπάρχουν οι υπόλοιποι παίκτες των ομάδων και ένας
ακόμα διαιτητής. Έξω απ’ τις γραμμές του γηπέδου, υπάρχουν τα επιτελεία των ομάδων, οι διάφοροι
εργαζόμενοι του γηπέδου, αλλά και ο κόσμος που παρακολουθεί απ’ τις κερκίδες.
Ας πούμε, λοιπόν, ότι η μπάλα είναι ο ιός. Ο διαιτητής σφυρίζει για την έναρξη του αγώνα. Ο
παίκτης της ομάδας Α που κερδίζει τη μπάλα, εφόσον δεν τον πονάει κάτι στο σώμα του (είναι
δηλαδή φαινομενικά γερός οργανισμός), την πασάρει σε κάποιον συμπαίκτη του. Αυτός ο συμπαίκτης κάνει
το ίδιο πράγμα: κάνει ίσως πρώτα μερικές ντρίπλες μέχρι να βρει τον επόμενο συμπαίκτη που βρίσκεται σε
καλή θέση ώστε να του πασάρει την μπάλα. Τούτη η εναλλαγή γίνεται αρκετές φορές, μέχρι τελικά να γίνει
το σουτ από κάποιον προς το καλάθι της αντίπαλης ομάδας Β. Ας θεωρήσουμε τώρα, χάριν παραδείγματος
και μόνο, ότι ο παίκτης που κάνει τελικά την προσπάθεια για σουτ είναι σε «κακή μέρα» –ή απλώς
άμπαλος– και γι’ αυτό η μπάλα φεύγει πάνω απ’ το καλάθι και φτάνει στην κερκίδα που βρίσκεται από
πίσω. Πολλοί απ’ τους φίλαθλους που κάθονται σ’ αυτή την περιοχή αρχίζουν τότε να προσπαθούν να την
πιάσουν (γιατί έτσι γίνεται σε συνθήκες ανθρώπινου συγχρωτισμού, όλοι βρίσκονται σε έναν ενθουσιασμό
που τους κάνει να θέλουν να συμμετέχουν σε ό,τι γίνεται γύρω τους).
Σε αυτό το σενάριο, λοιπόν, η μπάλα-ιός έχει ξεκινήσει απ’ τον παίκτη Α που κέρδισε το τζάμπολ,
έχει περάσει σε πολλούς απ’ τους συμπαίκτες του (όχι κατ’ ανάγκη σε όλους, αλλά σε αρκετούς), και από
εκεί έχει μεταφερθεί ακούσια (χωρίς, δηλαδή, να υπήρχε πρόθεση) στην κερκίδα. Εκεί, μέσα στην ένταση
του πλήθους, έχει αλλάξει, ας πούμε, πενήντα χέρια. Μετά από αυτή την εναλλαγή χεριών, δύο
πιθανότητες υπάρχουν. Στη μία περίπτωση, κάποιος απ’ τους φίλαθλους την ξαναπετά στο γήπεδο για να
συνεχίσει το ματς και η μπάλα-ιός περνά προφανώς πολύ γρήγορα και στους παίκτες της ομάδας Β (άρα
στο τέλος του αγώνα, όλοι οι παίκτες θα έχουν έρθει σε επαφή με αυτή).
Η άλλη πιθανότητα είναι ο φίλαθλος να μην ξαναπετάξει την μπάλα στο γήπεδο, αλλά να την
«οικειοποιηθεί». Ο φίλαθλος αυτός, μέχρι να φύγει απ’ το γήπεδο, απ’ τη χαρά του που έχει αποκτήσει ένα
τέτοιο «λάφυρο» δείχνει την μπάλα σε κάμποσους γνωστούς που συναντά. Έτσι, στο τέλος του αγώνα,
έχουν έρθει σε επαφή με την μπάλα-ιό συνολικά π.χ. εκατό άνθρωποι· ξεκινήσαμε δηλαδή από τον έναν
διαιτητή και τους δύο παίκτες στη θέση του τζάμπολ και φτάσαμε να την έχουν ακουμπήσει καμιά εκατοστή
άνθρωποι (οι αριθμοί είναι τελείως τυχαίοι).

Εάν, όμως, γύρω από την τριάδα (διαιτητής, παίκτης Α, παίκτης Β) υπήρχε εξαρχής ένας τοίχος
από πλέξιγκλας και δεν μπορούσε ο παίκτης Α που κέρδισε το τζάμπολ να κάνει πάσα σε κανέναν
συμπαίκτη του, η μπάλα-ιός θα έμενε μόνο στα δικά τους χέρια. Τι θα συνέβαινε τότε; Αρχικά, οι παίκτες Α
και Β φυσικά θα διαολίζονταν, γιατί μπασκετμπολίστες είναι, και τι θέλουν να κάνουν; να παίξουν μπάσκετ.
Το ίδιο και ο διαιτητής που θέλει να σφυρίξει κάτι. Μετά όμως τι θα γινόταν; Για όσο καιρό θα υπήρχε ο
τοίχος γύρω τους, οι αντίπαλοι παίκτες αναπόφευκτα θα ανταλλάσσανε πάσες μεταξύ τους αλλά και με τον
διαιτητή, μέχρι κάποια στιγμή να κουραστούν (όχι απαραίτητα και οι τρεις, ίσως μόνο ο ένας από αυτούς ή
οι δύο). Τότε θα σταματούσαν για λίγο ώστε να ξεκουραστούν. Θα κάθονταν, δηλαδή, στο παρκέ για να
«βρουν την ανάσα τους», και το σώμα τους σιγά σιγά θα ανακτούσε «δυνάμεις». Μετά θα σηκώνονταν, θα
ξανάρχιζαν να παίζουν με την μπάλα, θα έβλεπαν οι γύρω τους μέσα από τον διάφανο τοίχο ότι έχουν
«νικήσει» την κούραση τους και τότε θα δινόταν η εντολή να φύγει το φράγμα γύρω τους.
Αυτό ακριβώς επιδιώκεται με το μέτρο της αυτοαπομόνωσης: Να περιοριστεί η μπάλα-ιός στα χέρια
λίγων «γερών» οργανισμών (εν προκειμένω, των δύο παικτών και του διαιτητή)· και τούτο διότι αυτοί
διαθέτουν θεωρητικά ένα ανοσοποιητικό σύστημα αρκούντως λειτουργικό ώστε να καταπολεμήσουν την
παρουσία του ιού χωρίς να νοσήσουν βαριά (χωρίς δηλαδή να κουραστούν σε τέτοιον βαθμό ώστε να πουν
στο τέλος ότι εγκαταλείπουν για πάντα το μπάσκετ). Επιδιώκεται, με άλλα λόγια, να μη φτάσει η μπάλα-ιός
σε κάποιον 80άχρονο φίλαθλο με χρόνια πνευμονοπάθεια που κάθεται στην κερκίδα, γιατί αυτός, άπαξ και
πιάσει την μπάλα στα χέρια του θ’ αρχίσει να εμφανίζει σημάδια κούρασης, μετά εξάντλησης, τελικά ίσως
και θανάτου (του είναι ήδη δύσκολο και μόνο ν’ ανασάνει, φανταστείτε λοιπόν τι θα σήμαινε να πρέπει να
παίξει μπάλα). Επιδιώκεται, όμως, να μη φτάσει και σε έναν 30άρη φίλαθλο. Γιατί; Γιατί αυτός θα πάρει την
μπάλα σπίτι του και θα τη δώσει στη διαβητική γυναίκα του για να την δει κι εκείνη· κι ύστερα, από την καλή
του διάθεση θα τη χαρίσει ίσως στον κολλητό του, ο οποίος είναι γιατρός· κι ακόμα πιο ύστερα, αυτός ο
μπασκετόφιλος γιατρός, επειδή περνά όλη του τη μέρα στο νοσοκομείο, θα την πάρει μαζί του, θα τη βάλει
σα διακοσμητικό στο γραφείο του προσωπικού ώστε να την χαίρονται και άλλοι μπασκετόφιλοι συνάδελφοί
του, και στο τέλος θα την πάει να τη δει κι ένα αγοράκι 10 χρονών στην πτέρυγα καρκινοπαθών το οποίο
ονειρεύεται να γίνει μπασκετμπολίστας.
Όλα αυτά επιδιώκεται να περιοριστούν.
Και μπορούν να περιοριστούν –όχι τελείως, πάντως σε πολύ μεγάλο βαθμό– εάν η τριάδα στη
σέντρα του γηπέδου (η μαμά, ο μπαμπάς και το παιδί στον έξω κόσμο, δηλαδή οι άνθρωποι που εξ
ορισμού δεν μπορούν παρά να μείνουν στον ίδιο χώρο) χτίσουν εξαρχής τον τοίχο γύρω τους. Ο τοίχος
στην τωρινή, πραγματική συνθήκη με τον κορονοϊό έχει τη μορφή της αυτοαπομόνωσης στο σπίτι. Και στον
τοίχο αυτό δεν χωρούν παράθυρα του τύπου «μα μια βόλτα θα πάω, μαμά, με τους φίλους μου στο
πάρκο»· όχι, ειδικά οι έφηβοι είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν σε παρέα και να μην αγγιχτούν με κάποιον
τρόπο.
Σαφώς, είναι πολλά τα ζητήματα που εγείρει ένας τέτοιος περιορισμός· αλλά αυτά οφείλουν να
συζητηθούν σε δεύτερο χρόνο. Το σημαντικότερο τώρα είναι να καταλάβουμε και μετά να εξηγήσουμε σε
όσους δεν μπορούν ή δεν θέλουν κάτι απλό: Ότι όλοι, μα όλοι, είμαστε εν δυνάμει αυτός ο διαιτητής
που κρατά την μπάλα-ιό στα χέρια του. Κι επειδή ως επί το πλείστον δεν θα εμφανίσουμε σημάδια που
θα μας επιτρέψουν να συνειδητοποιήσουμε ότι την κρατάμε, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να
περιορίσουμε στο ελάχιστο τις πάσες μας – πάσες που με μαθηματική ακρίβεια θ’ αποδειχθούν θανάσιμες
για ορισμένους εξ ημών.

Μαριλένα Παπαϊωάννου
Μοριακή βιολόγος